Συγγραφέας: Δήμητρα Λαθουράκη
Επίβλεψη: Αλέξανδρος Πουλάκης
Περίληψη
Η παρούσα έρευνα πραγματεύεται το φαινόμενο της παραπληροφόρησης, και συγκεκριμένα μιας ιδιαίτερης μορφής της τα “Deepfakes”, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει σε βάθος τόσο τις διαστάσεις που έχει λάβει το συγκεκριμένο φαινόμενο, όσο και στα μέτρα που έχουν λάβει τα κράτη μεμονωμένα αλλά και στο πλαίσιο της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια. Όσο περνάνε τα χρόνια και η τεχνολογία και το Διαδίκτυο κατακλύζουν τις ζωές των ανθρώπων, ταυτόχρονα όλο και αυξάνεται ο όγκος και η μαζικότητα των πληροφοριών που παράγονται και στοχεύουν σε αυτούς ως αποδέκτες. Προηγουμένως μάλιστα, έγινε αναφορά στον όρο “Deepfake”, ο οποίος αποτελείται από τα συνθετικά “deep” που σημαίνει βαθύς και δηλώνει την “βαθιά μάθηση” και “fake” που σημαίνει “ψεύτικο”. Συνεπώς, ο συγκεκριμένος όρος αναφέρεται σε ένα βίντεο, έναν ήχο ή ακόμα και μια εικόνα τα οποία έχουν τροποποιηθεί με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης (AI), ώστε να μοιάζουν αληθινά. Μπροστα λοιπόν στον μεγάλο κίνδυνο και στα έννομα αγαθά που έχουν φτάσει να απειλούν τα “Deepfakes” και η παραπληροφόρηση γενικότερα, καλούνται όλοι από το ατομικό έως και το κρατικό/ κυβερνητικό επίπεδο να δράσουν συλλογικά με σκοπό αν όχι την αποτροπή, έστω τον περιορισμό αυτής της κατάστασης. Είναι λοιπόν λογικό να ρωτήσω: θεωρείτε είναι αρκετό το νομικό πλαίσιο που προβλέπεται για την προστασία των πολιτών ενάντια στον κίνδυνο της παραπληροφόρησης;
Abstract
This research addresses the phenomenon of misinformation, and specifically a particular form of it— “deepfakes.” It also thoroughly examines both the dimensions this phenomenon has taken on, as well as the measures that have been adopted by individual states and within the European Union in recent years. As the years go by and technology and the Internet increasingly dominate people’s lives, the volume and mass distribution of information targeting them as recipients continues to grow. Earlier, the term “deepfake” was mentioned, which consists of the components “deep,” referring to “deep learning,” and “fake,” meaning false. Therefore, this term refers to a video, audio clip, or even an image that has been modified using artificial intelligence (AI) to appear real. Faced with the significant danger and the legally protected rights that are now being threatened by deepfakes and misinformation in general, action is required at every level—from individuals to states and governments—to act collectively in order to at least limit, if not completely prevent, this situation. It is, therefore, reasonable to ask: do you believe the existing legal framework is sufficient to protect citizens against the threat of misinformation?
Περιεχόμενα
Εισαγωγή
Παραπληροφόρηση & «Deepfakes»
Εθνικές Νομοθετικές Απόπειρες Οριοθέτησης των Φαινομένων Παραπληροφόρησης
Η Γερμανική Νομοθεσία
Η Γαλλική Νομοθεσία
Η Ελληνική Νομοθεσία
Η Ελληνική Νομοθεσία σχετικά με τα Deepfakes και ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικών Δεδομένων (ΓΚΠΔ)
Οι Δράσεις στο πλαίσιο της Ε.Ε
Το Σχέδιο Δράσης της Ε.Ε
Οι «Ελεγκτές Γεγονότων» (Fact Checkers)
«Deepfakes»: Νομική Προσέγγιση
Νομοθεσία της Ε.Ε σχετικά με τα «Deepfakes»
Η Απόφαση του ΕΔΔΑ ως προς την παραπληροφόρηση
Η Υπόθεση Handyside vs United Kingdom
Η Υπόθεση Google Spain SL και Google Inc. κατά AEPD και Mario Costeja González (C-131/12)
Συμπεράσματα και Προβληματισμοί
Βιβλιογραφία & Πηγές
Εισαγωγή
Η Παραπληροφόρηση στις μέρες μας έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις. Η διαρκώς αυξανόμενη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει συμβάλει στην αύξηση του φαινομένου, με αυτά να αποτελούν πλέον την κύρια πηγή πληροφόρησης στην καθημερινότητα των ανθρώπων και κυρίως των νέων (Δαμαλίτης, 2024). Ιδιαίτερα το Διαδίκτυο, αποτελεί το βασικό περιβάλλον επικοινωνίας των ανθρώπων στη σημερινή εποχή, ενώ θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αναπαριστά με επιτυχία τον «πραγματικό» κόσμο με αποτέλεσμα να αποτελεί πρόσφορο πεδίο παραβατικότητας και προσβολής δικαιωμάτων (Παναγοπούλου, 2023). Το σημαντικότερο και ταυτόχρονα πιο ανησυχητικό αποτέλεσμα της παραπληροφόρησης είναι η μεγάλη επίδρασή της πάνω στους πολίτες, γεγονός που αποδείχθηκε τόσο στις Αμερικανικές εκλογές το 2016, όσο και στις Ευρωπαϊκές το 2019 αντίστοιχα (Δαμαλίτης, 2024). Ταυτόχρονα, με την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια οι περιπτώσεις ηλεκτρονικού εγκλήματος, τόσο σε Διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο, γίνονται όλο και πολυπλοκότερες, με αποτέλεσμα και οι πολίτες μεμονωμένα αλλά και τα κράτη ως οντότητες να απειλούνται και καθίσταται έτσι επιτακτική η ανάγκη διευρυνόμενων γνώσεων για την παρακολούθηση και διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς που λαμβάνει χώρα στο διαδίκτυο (Παναγοπούλου, 2023). Μπροστά σε αυτό το κάλεσμα, τα κράτη έχουν προσπαθήσει με δικές τους πρωτοβουλίες να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο και να οριοθετήσουν τις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, άλλοτε πιο αυστηρά και άλλοτε με πιο μετριοπαθή τρόπο. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προβεί σε σειρές πρωτοβουλιών αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης με ταυτόχρονη αξιολόγηση παλαιότερων πρωτοβουλιών που δεν αποδείχτηκαν μακροπρόθεσμα αποτελεσματικές. Στο συγκεκριμένο άρθρο γίνεται αναφορά τόσο στις μεμονωμένες προσπάθειες των κρατών για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης μέσω δικών τους νομοθετικών ρυθμίσεων και του μέτρου των «Ελεγκτών Γεγονότων», όσο και στις συλλογικές δράσεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε), συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων Δικαστηρίων (Δαμαλίτης 2024).
Παραπληροφόρηση & «Deepfakes»
Στην εποχή μας, είναι πλέον γεγονός ότι οι άνθρωποι δέχονται καθημερινά τεράστιο αριθμό πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές να μην είναι σε θέση να ξεχωρίσουν τα αληθινά από τα αληθοφανή ή ψεύτικα γεγονότα. Αυτή η κατάσταση οδήγησε στη δημιουργία μιας έκφανσης της πληροφόρησης, τη γνωστή σε όλους παραπληροφόρηση. Μέσα από την πάροδο των χρόνων η παραπληροφόρηση που αφορούσε μάλιστα και πολιτικούς λόγους άρχισε να εμφανίζεται στις κοινωνίες. Η ραγδαία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η δυναμική εμφάνιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν νέα διάσταση στο φαινόμενο της παραπληροφόρησης και των ψευδών ειδήσεων, το οποίο μπορεί να λάβει διαστάσεις απειλής για τις δημοκρατικές κοινωνίες λόγω του ανεξέλεγκτου χαρακτήρα του. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Παραπληροφόρηση είναι η δημιουργία, η παρουσίαση και η μεταφορά προς το κοινό επαληθεύσιμων ψευδών και παραπλανητικών πληροφοριών που σκοπεύει είτε στον οικονομικό πλουτισμό είτε στην εξαπάτηση του κοινού για να πλήξει τη δημόσια σφαίρα. Μέσα στην δημόσια σφαίρα που περιλαμβάνεται από το Δημοκρατικό πολίτευμα, μπορεί να απειληθεί μέχρι η υγεία των πολιτών (Ε.ΕΠ, 2025). Μάλιστα ως προς το θέμα της υγείας η παραπληροφόρηση αυξήθηκε δραματικά στην περίοδο της παγκόσμιας πανδημίας του COVID-19. Μέσα από τις σύγχρονες κομβικές εκλογικές αναμετρήσεις εμφανίστηκαν έντονα στο προσκήνιο οι ψευδές ειδήσεις «fake news», και η προσπάθεια χειραγώγησης του εκλογικού κοινού. (Δαμαλίτης, 2024).
Μια έκφανση των «fake news» αποτελεί ο όρος «deepfake» που αναφέρεται σε ένα ψεύτικο ή παραποιημένο βίντεο, με πρωταγωνιστή κάποιον που λέει και κάνει κάτι, το οποίο στην πραγματικότητα δεν συνέβη ποτέ. Τα άτομα μπορεί να είναι αληθινά, όπως και το περιβάλλον, οι ενέργειες όμως όχι. Μπορούμε να φανταστούμε, λοιπόν, ότι η τεχνολογία αυτή εύκολα μπορεί να αποτελέσει εργαλείο από κάποιο κακόβουλο χρήστη που διαθέτει πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας πλέον καθίσταται αδύνατο για κάποιον να ξεχωρίσει ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα (Παναγοπούλου, 2023).
Εθνικές Νομοθετικές Απόπειρες Οριοθέτησης των Φαινομένων Παραπληροφόρησης
Από τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα παρουσιάζονται φαινόμενα παραπληροφόρησης σε όλα τα στάδια ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού, με ένα πρόσφατο παράδειγμα, τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο (europarl, 2025). Στις μέρες μας, όμως η διασπορά αυτών των φαινομένων είναι ταχύτατη, καθώς όπως τονίζει και στην έκθεση του, για την παραπληροφόρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο «αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι η κλίμακα και η ταχύτητα με την οποία ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες μπορούν να φτάσουν τόσο στο κοινό στο οποίο απευθύνονται όσο και σε τρίτους μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των νέων τεχνολογιών. Είναι επομένως πιθανόν να προκληθεί δημόσια ζημία» (ΕΕΣ, 2021, σελίδα 4).
Η Γερμανική Νομοθεσία
Ενδιαφέρον έχει παρουσιάσει ο αποκαλούμενος νόμος NetzDG που αφορά την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους και των fake news στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στη Γερμανία, λοιπόν, μόλις ένας χρήστης επισημάνει μια ανάρτηση, η πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης έχει επτά ημέρες για να διερευνήσει την υπόθεση για τυχόν παραβίαση του NetzDG και να αφαιρέσει την ανάρτηση εάν διαπιστωθεί ότι παραβιάζει το νόμο (Doyle, 2022). Ο NetzDG δίνει ξεχωριστά προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών για την αφαίρεση περιεχομένου που είναι προδήλως παράνομο παρότι ο νόμος δεν ξεκαθαρίζει ακριβώς τι ακριβώς αυτό σημαίνει (Doyle, 2022). Στα πλαίσια του νόμου πρέπει επίσης να υποβάλλεται δημόσια έκθεση κάθε έξι μήνες, στην οποία να περιγράφονται λεπτομερώς το περιεχόμενο που διέγραψαν οι εταιρείες σύμφωνα με τα πρότυπα του NetzDG.
Η Γαλλική Νομοθεσία
Η γαλλική προεδρική προεκλογική εκστρατεία του 2017 αποτέλεσε αντικείμενο μαζικής διαδικτυακής διάδοσης ψευδών πληροφοριών με στόχο να βλάψει αρκετούς υποψηφίους ανάμεσα στους οποίους και τον Εμμανουέλ Μακρόν. Έτσι λοιπόν στην Γαλλία έπειτα από αρκετές διεργασίες και εσωτερικές συζητήσεις τέθηκε σε ισχύ το 2018 νόμος για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης. Συγκεκριμένα ο νόμος κατά της χειραγώγησης των πληροφοριών όπως ονομάζεται, ορίζει ότι η χειραγώγηση πληροφοριών ορίζεται ως ο ανακριβής ή παραπλανητικός ισχυρισμός ενός γεγονότος που θα μπορούσε να μεταβάλει την ειλικρίνεια μιας επικείμενης ψηφοφορίας και που διαδίδεται σκόπιμα, τεχνητά ή αυτόματα και μαζικά στο διαδικτυακό κοινό μέσω μιας υπηρεσίας επικοινωνίας. Ο νόμος έχει πέντε βασικούς πυλώνες που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη συνεργασία των φορέων εκμετάλλευσης των ψηφιακών πλατφορμών για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, την υποχρέωση διαφάνειάς τους κατά τη διάρκεια της εκλογικής περιόδου, τη δικαστική αντιμετώπιση τυχόν προσπάθειας αποσταθεροποίησης τους κράτους από ψευδή γεγονότα, καθώς και την ενίσχυση της παιδείας από τα μέσα ενημέρωσης στο πλαίσιο του σχολείου (Guillaume, 2019)
Η Ελληνική Νομοθεσία
Στο Ελληνικό Σύνταγμα, η ελευθερία της πληροφόρησης κατοχυρώνεται στο άρθρο 5Α παράγραφοι 1 & 2 που ορίζουν ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων» και «Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19».
Όμως παρά την κατοχύρωση Στο άρθρο 5 του Συντάγματος να αναπτύσσει κάποιος ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη, υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Μιχάλη Ν. Πικραμένο, το άτομο δεν πρέπει αυτό το δικαίωμα να το καταχράται και για αυτό δεν επιτρέπεται «να προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων, διότι εφόσον το άτομο δραστηριοποιείται μέσα στην κοινωνία πρέπει να είναι δυνατή η ταυτόχρονη άσκηση των δικαιωμάτων από όλα τα μέλη της», «να παραβιάζει το Σύνταγμα που θεωρείται το σύνολο των κανόνων του καθώς και οι γενικές του αρχές, μεταξύ των οποίων και η αρχή της αναλογικότητας και τέλος «να παραβιάζει τα χρηστά ήθη, που αποτελούν γενική ρήτρα, εξειδικευμένη ανάλογα με τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, υπό το φως των διεθνών εξελίξεων, προκειμένου να αποδοκιμαστεί συμπεριφορά που κρίνεται απαράδεκτη για την έννομη τάξη» (Πικραμένος, 2019).
Αντιληπτό γίνεται πόσο σημαντική είναι η ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου και κατ επέκταση η ελευθερία του λόγου στις δημοκρατικές κοινωνίες εξασφαλίζοντας την αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση του κάθε ανθρώπου. Όμως, χρειάζεται να τονιστεί ότι σύμφωνα με τους περισσότερους ορισμούς της παραπλάνησης, οι ψευδείς δηλώσεις δεν θεωρούνται ως ψέμα εάν ο αποστολέας δεν έχει παραπλανητική πρόθεση (Markowitz, Levine, Serota, Moore, 2023).
Ταυτόχρονα, το Σύνταγμα στο άρθρο 14 παρ. 1 κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και την ανεμπόδιστη διάδοση στοχασμών, ιδεών και πληροφοριών, υπό την προϋπόθεση τήρησης των νόμων του κράτους. Αυτό σημαίνει ότι στο δημόσιο λόγο κάθε έκφραση και γνώμη όσο ακραίες και προκλητικές να είναι, χρειάζεται να είναι ανεμπόδιστες με απόλυτη εξαίρεση τον περιορισμό τους (Βλαχόπουλος, 2018). Ουσιαστικά πρέπει να γίνει εμφανές αν η διάδοση ψευδών ειδήσεων προστατεύεται συνταγματικά και συμπίπτει με το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα όρια που δεν επιτρέπεται να ξεπεραστούν. Οι ψευδείς ειδήσεις είναι δυνατόν να έχουν επιδράσεις στην δημοκρατία και στις ατομικές ελευθερίες των ατόμων. Δεν μπορεί η ελευθερία λόγου να καταχράται και με την πρόφαση του δικαιώματος να αρχίζουν εκστρατείες παραπληροφόρησης και ψευδών ειδήσεων που σκοπό έχουν να ταράξουν την δημόσια σφαίρα.
Σύμφωνα με τον Σ. Βλαχόπουλο, τα «Fake news» που μπορεί να στοχεύουν στην βλάβη ατόμων και ενέχουν δόλο από πίσω είναι αδιανόητο να προστατεύονται από το σύνταγμα υπό την πρόφαση της ελευθερίας του λόγου, καθώς η ελευθερία στην πληροφόρηση που είναι βασικό συστατικό των σύγχρονων δημοκρατιών δεν μπορεί να προσβάλλεται με ψευδείς ειδήσεις και πληροφορίες. Επιπλέον αναφέρει στην περίπτωση των «Fake news» και της συκοφαντικής δυσφήμησης ότι η διάδοση αναληθών ισχυρισμών εν γνώσει της αναληθείας τους είναι δυνατόν να επιφέρει την επιβολή κυρώσεων, γιατί στο Σύνταγμα προστατεύεται η ελευθερία του λόγου και όχι το ψέμα (Βλαχόπουλος, 2018).
Παράλληλα η Ελλάδα αντιμετώπιζε το φαινόμενο της παραπληροφόρησης με ποινική διάταξη και συγκεκριμένα με το άρθρο 191 του Ποινικού Κώδικα, με τίτλο «Διασπορά ψευδών ειδήσεων» έως την αναθεώρησή του από τον Ν. 4855/2021.
Η Ελληνική Νομοθεσία σχετικά με τα Deepfakes και ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικών Δεδομένων (ΓΚΠΔ)
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, «Προσωπικό δεδομένο είναι κάθε πληροφορία που σχετίζεται με την ταυτότητα συγκεκριμένου φυσικού προσώπου». Τα προσωπικά δεδομένα διακρίνονται σε απλά, όπως το όνομα ή η κατοικία και σε ευαίσθητα, που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου στο παρόν ή στο παρελθόν ή στο μέλλον και αφορούν τη φυλή, τις πολιτικές, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, την υγεία, την ερωτική ζωή, τα γενετικά δεδομένα κ.α. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι «για να εμπίπτει η πληροφορία στην έννοια του προσωπικού δεδομένου, θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με το υποκείμενο και τις, προσωπικού χαρακτήρα, ιδιότητες ή εκδηλώσεις αυτού» (ΑΠ 637/2013).
Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και κυρίως των ευαίσθητων πρέπει να εξασφαλίζει όσο το δυνατόν μικρότερη εισβολή στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του υποκειμένου των δεδομένων ώστε να προστατεύεται αυτή από τη μία και από την άλλη η ελευθερία της έκφρασης, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για δημοσίευση ευαίσθητων δεδομένων που αφορούν την ερωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να συνδέεται ο σκοπός της επεξεργασίας με τα δεδομένα, με την έννοια ότι αυτά πρέπει να είναι συναφή για την επίτευξη του σκοπού της επεξεργασίας, αφετέρου όσο το δυνατόν λιγότερα, δηλαδή τα απολύτως απαραίτητα δεδομένα.
Τέλος, μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες είναι το δικαίωμα στη λήθη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 34 Ν. 4624/2019 ως «Δικαίωμα διαγραφής» καθώς και στο αντίστοιχο άρθρο 17 ΓΚΠΔ, με βάση το οποίο το υποκείμενο των δεδομένων ζητά τη διαγραφή των προσωπικών του δεδομένων, εφόσον δεν επιθυμεί πια αυτά τα δεδομένα να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, και εφόσον δεν υφίσταται νόμιμος λόγος να τα κατέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Ουσιαστικά, το δικαίωμα στη λήθη είναι το δικαίωμα κάθε προσώπου να μη γίνεται εκ νέου αντικείμενο ενδιαφέροντος για οδυνηρές ή δυσάρεστες υποθέσεις ενός κομματιού του πρότερου βίου του.
Οι Δράσεις στο πλαίσιο της Ε.Ε
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατανοώντας ότι η νέα εποχή της παραπληροφόρησης αναδείχθηκε ως απόρροια της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας, ξεκίνησε τις προσπάθειες της ήδη από το 2015 για την καταπολέμηση του φαινομένου (ΕΕΣ, 2021, σελ 8).
Παράλληλα, εξαιτίας του σκανδάλου του Facebook και της Cambridge Analytica, αλλά και των μεγάλων ερευνών και αναλύσεων που καταδείκνυαν τον μεγάλο βαθμό ανησυχίας που επικρατούσε στην Ένωση σχετικά με την παραπληροφόρηση, η Επιτροπή προέβη στην πρόταση μέτρων από την πλευρά της για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο. Σε αυτά τα μέτρα γίνεται αναφορά ,μεταξύ άλλων, στην δημιουργία ενός Κώδικα ορθής πρακτικής για την παραπληροφόρηση, στην δημιουργία ενός Ανεξάρτητου ευρωπαϊκού δικτύου φορέων εξακρίβωσης γεγονότων «Fact-checkers», στην ανάγκη ύπαρξης μιας ασφαλούς ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής πλατφόρμας για την παραπληροφόρηση, στην ενίσχυση του γραμματισμού στα μέσα ενημέρωσης με την αρωγή των φορέων εξακρίβωσης γεγονότων με την παροχή εκπαιδευτικού υλικού και ημερίδων σε σχολεία της Ένωσης, την ενίσχυση της υπάρχουσας στήριξης στα κράτη μέλη για την ανθεκτικότητα των εκλογών που μπορεί να επηρεάζεται από την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο και τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και τον συντονισμό μιας πολιτικής στρατηγικής επικοινωνίας για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο εντός και εκτός της ένωσης (Δαμαλίτης, 2024).
Το σχέδιο Δράσης της Ε.Ε
Ο ρόλος που διαδραμάτισε η πολιτική παραπληροφόρηση στα γεγονότα στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ ώθησε την Επιτροπή να αναλάβει δράση. Τον Απρίλιο του 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τις αρχές, τους στόχους και τις γραμμές που χρειάζεται να ληφθούν για την ευαισθητοποίηση του κοινού για την παραπληροφόρηση, καθώς και ποια μέτρα είναι αναγκαία να ληφθούν. Σε συνέχεια της ανακοίνωσης η Επιτροπή το Δεκέμβριο του ίδιου έτους δημοσίευσε το σχέδιο δράσης της ΕΕ κατά της παραπληροφόρησης που στηρίζεται σε δέκα ειδικές δράσεις με βάση τέσσερις πυλώνες (Λιαρόπουλος, Κωνσταντόπουλος, Μποζίνης, 2021).
Πρώτος Πυλώνας: Βελτίωση των ικανοτήτων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ στον εντοπισμό, την ανάλυση και την αποκάλυψη υλικού παραπληροφόρησης
Οι δράσεις που αναφέρονται στο πρώτο πυλώνα είναι δύο. Η πρώτη έχει ως στόχο την ενίσχυση των ειδικών ομάδων στρατηγικής επικοινωνίας και των αντιπροσωπειών της ΕΕ με πρόσθετους πόρους τόσο ανθρώπινους όσο και χρηματοδοτικούς για τον εντοπισμό, την ανάλυση και την αποκάλυψη δραστηριοτήτων παραπληροφόρησης. Η δεύτερη δράση του πρώτου πυλώνα στοχεύει στην επανεξέταση των εντολών των ειδικών ομάδων στρατηγικής επικοινωνίας για τα Δυτικά Βαλκάνια και για τη Νότια Γειτονία (ΕΕΣ, 2021).
Δεύτερος Πυλώνας: Ενίσχυση των συντονισμένων και κοινών αντιδράσεων στην παραπληροφόρηση
Οι δράσεις που αναφέρονται στο δεύτερο πυλώνα είναι τρεις. Η πρώτη ανέφερε ότι μέχρι το Μάρτιο του 2019, έπρεπε να έχει δημιουργηθεί ένα σύστημα ταχείας ειδοποίησης μεταξύ των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, το οποίο θα λειτουργούσε σε στενή συνεργασία με υφιστάμενα δίκτυα. Το Μάρτιο του 2019 όντως δημιουργήθηκε το σύστημα που θα λειτουργούσε μεταξύ των θεσμικών ευρωπαϊκών οργάνων, των κρατών – μελών της Ε.Ε., αλλά και διεθνών εταίρων. Σημαντικότατο είναι το γεγονός ότι στο σύστημα υπήρχε πρόβλεψη για την ενίσχυση της συνεργασίας με τις διαδικτυακές πλατφόρμες για την πρόληψη και τον εντοπισμό των εκστρατειών παραπληροφόρησης (Καλλιακούδη, 2022). Η δεύτερη δράση αφορά την εντατικοποίηση των δραστηριοτήτων επικοινωνίας πριν από τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του 2019 και η τρίτη την ενίσχυση της στρατηγικής επικοινωνίας στην περιοχή Γειτονίας της Ένωσης.
Τρίτος Πυλώνας: Κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης
Η μοναδική δράση που αναφέρεται στο τρίτο πυλώνα κάνει λόγο για «Στενή και διαρκής παρακολούθηση της εφαρμογής του κώδικα δεοντολογίας για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης πίεσης για ταχεία και αποτελεσματική συμμόρφωση, με ολοκληρωμένη αξιολόγηση μετά από 12 μήνες» (ΕΕΠ, 2021).
Τέταρτος Πυλώνας: Αύξηση της ευαισθητοποίησης και βελτίωση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας
Η ευαισθητοποίηση του κοινού είναι μία από τις σημαντικότερες αναφορές σε κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για αυτό το λόγο η πρώτη δράση αναφέρεται στη συνεργασία με τα κράτη μέλη, στη διοργάνωση στοχευμένων εκστρατειών για την ευαισθητοποίηση σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της παραπληροφόρησης, και στη στήριξη του έργου των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και της ποιοτικής δημοσιογραφίας. Η δεύτερη δράση του τέταρτου πυλώνα αναφέρει το σημαντικότατο γεγονός ότι τα κράτη μέλη πρέπει να στηρίξουν τη δημιουργία πολυεπιστημονικών ομάδων ανεξάρτητων ελεγκτών γεγονότων και ερευνητών, ώστε να εντοπίζουν και να αποκαλύπτουν τις εκστρατείες παραπληροφόρησης. Μία από αυτές τις ομάδες είναι οι «Ελεγκτές Γεγονότων» (Fact Checkers).
Η τρίτη δράση αναφέρεται «στη Προώθηση της παιδείας στα μέσα επικοινωνίας, μεταξύ άλλων μέσω της διοργάνωσης της Εβδομάδας για την Παιδεία στα Μέσα για το Μάρτιο του 2019 και της ταχείας εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων», ενώ παράλληλα η τέταρτη δράση κάνει λόγο για την «αποτελεσματική παρακολούθηση της δέσμης μέτρων για τις εκλογές, ιδίως της σύστασης, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης από την Επιτροπή της εφαρμογής της».
Νομοθετικό πλαίσιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση που να στοχεύει στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν υπάρχει και οι πρωτοβουλίες στηρίζονται κατεξοχήν στα κράτη με παράλληλη στήριξη από τους θεσμούς της Ένωσης (Δαμαλίτης, 2024).
Οι «Ελεγκτές Γεγονότων» (Fact Checkers)
Οι οργανισμοί ελέγχου των γεγονότων συμβάλλουν καθοριστικά στον εντοπισμό και την στην αποκάλυψη της παραπληροφόρησης. Ο έλεγχος των γεγονότων παραδοσιακά εκτελείται από επαγγελματίες, είτε από μεμονωμένα άτομα είτε από ομάδες. Αυτοί οι επαγγελματίες εξετάζουν και αναλύουν χειροκίνητα τους ισχυρισμούς χρησιμοποιώντας διάφορους πόρους και μεθόδους για να επιβεβαιώσουν την ακρίβεια των πληροφοριών.
Όπως γίνεται αντιληπτό οι άνθρωποι που ελέγχουν τα γεγονότα χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία τους, την εμπειρία τους και συνεπώς την κριτική τους σκέψη μπορεί να χρειάζονται πολύ χρόνο και αρκετά χρήματα για να διεκπεραιώσουν τόσο μεγάλο όγκο εργασίας. Για αυτό το λόγο έχουν κάνει την εμφάνισή τους οι αυτοματοποιημένες τεχνικές ελέγχου των γεγονότων που συμβάλουν στην καταπολέμηση της παραπληροφόρησης σε μεγάλη κλίμακα. Οι αλγόριθμοι ανίχνευσης παραπληροφόρησης, λοιπόν, χρησιμοποιούν προηγμένες τεχνικές, όπως η φυσική γλώσσα επεξεργασία κειμένου, μηχανική μάθηση και βαθιά μάθηση για τον εντοπισμό μοτίβων και συσχετίσεων σε μεγάλα σύνολα δεδομένων.
Παρόλο που όμως διαρκώς εξελίσσονται οι σχετικές τεχνολογίες, οι αυτοματοποιημένες τεχνικές αντιμετωπίζουν μεγάλες προκλήσεις, καθώς ο πολύ μεγάλος όγκος των δεδομένων και η άμεση και ευρύτατη εξάπλωση των ψευδών ειδήσεων και ισχυρισμών καθιστούν αρκετά δύσκολη και περίπλοκη την έγκαιρη ανίχνευση. Επιπρόσθετα νέοι τύποι παραπληροφόρησης που έχουν εμφανιστεί, μεταξύ τους και τα deepfakes, καθιστούν ακόμα πιο δύσκολο τον εντοπισμό τους από τους αλγόριθμους, κρίνοντας απαραίτητη την ανθρώπινη εμπειρογνωμοσύνη και παρέμβαση.
«Deepfakes»: Νομική προσέγγιση
Η χρήση της τεχνολογίας ως εργαλείο παραπλάνησης εμπίπτει στο αδίκημα της παραπληροφόρησης, ως μορφή αλλοίωσης ενός προστατευόμενου οπτικοακουστικού έργου, εγείρει ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Το πλέον προφανές αδίκημα που μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι μπορεί να τελεστεί είναι αυτό της παραβίασης ζητημάτων προστασίας προσωπικών δεδομένων. Από την άλλη, εύκολα ένα deepfake video μπορεί να λειτουργήσει δυσφημιστικά για κάποιο άτομο, μπορεί όμως επιπλέον να αποτελέσει ρατσιστικό ή εκφοβιστικό υλικό ή μέσο εκβίασης. Τέλος, από την ονομασία και μόνο του φαινομένου και ιδίως του δεύτερου συνθετικού της λέξης, «fake» που σημαίνει ψευδές, αντιλαμβάνεται κανείς πως εφαρμογή μπορεί να βρουν οι διατάξεις σχετικές με την απάτη και την πλαστογραφία (Παναγοπούλου, 2023).
Καθίσταται, λοιπόν, αναμφισβήτητο ότι τα «deepfakes» έχουν μια ψηφιακή διάσταση και επομένως στην περίπτωση που αυτά επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις – κυρίως κατά την κακόβουλη χρήση τους – η συγκεκριμένη πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως κυβερνοέγκλημα, το οποίο παράγει άμεσα απρόβλεπτες απειλές για την κοινωνική ευταξία, όταν χρησιμοποιείται σε βάρος φυσικών και νομικών προσώπων, όσο και κατά κρατικών οντοτήτων και πολιτικών, όπως αποδεικνύουν οι κυβερνοεπιθέσεις κατά την εκλογική διαδικασία. Εφόσον τα δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι παγκόσμια, τα «deepfakes» ως κυβερνοέγκλημα αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια της πληροφορίας, αλλά και για έννομα αγαθά και ελευθερίες των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο (Παναγοπούλου, 2023).
Νομοθεσία της Ε.Ε σχετικά με τα «Deepfakes»
Τα Deepfakes ως κυβερνοέγκλημα
Στο πλαίσιο της προώθησης διεθνούς νομοθεσίας για την καταστολή της εγκληματικότητας στον Κυβερνοχώρο καταρτίστηκε στη Βουδαπέστη στις 23.11.2001 η υπ’ αρ. 185 Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία έχει ήδη επικυρωθεί από πολλά κράτη, με σκοπό την προστασία της κοινωνίας από το κυβερνοέγκλημα. Η επικύρωση της Σύμβασης της Βουδαπέστης και η ενσωμάτωση της 2013/40/ΕΕ Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη επιτεύχθηκε με τον Ν.4411/2016, στον οποίο περιλαμβάνονται διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ποινικού δικονομικού δικαίου και τέλος, διατάξεις διεθνούς δικαστικής συνεργασίας.
Τα Deepfakes ως μέσο παραπληροφόρησης
Λόγω της γρήγορης και άκοπης πρόσβασης και της ραγδαίας αύξησης των χρηστών του διαδικτύου, η διάδοση και η διασπορά ειδήσεων καθίσταται άμεση και εύκολη. Μέσω των διάσημων πλατφορμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, εύκολα μια είδηση μπορεί να διαδοθεί σε όλους τους χρήστες με ραγδαίο ρυθμό και να υιοθετηθεί το γεγονός, η άποψη, η στάση από την πλειοψηφία. Κάπως έτσι η παραπληροφόρηση και η διασπορά ψευδών ειδήσεων (fake news) έχει λάβει ήδη διαστάσεις επιδημίας. Και αυτό κυρίως αν αναλογιστούμε ότι πλέον μια είδηση δεν γίνεται γνωστή από κάποιον επαγγελματία δημοσιογράφο σε κάποιο τηλεοπτικό/ ραδιοφωνικό σταθμό ή εφημερίδα/περιοδικό αλλά ο καθένας που διαθέτει λογαριασμό σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να γίνει ένας μικρός δημοσιογράφος που θα διασπείρει μια αληθινή αλλά και μια ψεύτικη είδηση. Όπως πολλοί δημοσιογράφοι ανά καιρούς διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις με κακόβουλο σκοπό έτσι και ο κάθε χρήστης σήμερα με καλοπροαίρετη διάθεση μπορεί να διασπείρει μια ψευδή είδηση με σκοπό να παραπλανήσει το κοινό του.
Η Απόφαση του ΕΔΔΑ ως προς την παραπληροφόρηση
Το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί ένα από τα βασικότερα θεμέλια των δημοκρατικών κοινωνιών και προϋπόθεση ανάπτυξης του ανθρώπου. Για αυτό το λόγο είναι υποχρέωση των κρατών να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την προάσπισή του. Παράλληλα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν τονίσει τη σημασία του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και της εφαρμογής του. Οι περιορισμοί στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης όπως προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και η ανάγκη για τυχόν περιορισμούς του δικαιώματος πρέπει να αποδεικνύεται πειστικά (Στυλιανίδου,2017).
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, το ΕΔΔΑ έχει ερμηνεύσει το άρθρο 10 ΕΣΔΑ κατ’ επέκταση ως το δικαίωμα στην Ελευθερία της έκφρασης. Ειδικότερα, το δικαστήριο καθιέρωσε και ερμήνευσε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Στην απόφαση αυτή, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω το ΕΔΔΑ αποδέχθηκε ότι η ελευθερία της έκφρασης, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ δεν αποκλείεται αλλά αντίθετα ισχύει για τις πληροφορίες ή τις ιδέες που θίγουν, προσβάλλουν, ενοχλούν ή προκαλούν ανησυχία στο Κράτος ή σε κάποιο τμήμα ή ομάδα της κοινωνίας.. Σε άλλη απόφασή του, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ δεν εγγυάται μια ελευθερία χωρίς κανέναν περιορισμό και για να νομιμοποιηθούν οι περιορισμοί πρέπει να ακολουθηθεί ένας έλεγχος τριών σταδίων όπου για να περιοριστεί η ελευθερία της έκφρασης χρειάζεται να προβλέπεται σε νόμο, να επιδιώκει νόμιμο σκοπό (Αρχή Αποτελεσματικότητας) και να αποτελεί μέτρο αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (Αρχή Αναγκαιότητας).
Η Υπόθεση Handyside vs United Kingdom
Η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Handyside vs United Kingdom αποτελεί ορόσημο για το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, το 1976 μία εκδοτική εταιρεία εξέδωσε ένα σχολικό βιβλίο, το οποίο προοριζόταν για μαθητές άνω των 12 ετών. Σε αυτό περιέχονταν κεφάλαια για το σεξ, συμπεριλαμβανομένων υποτμημάτων για θέματα όπως τα αντισυλληπτικά, η πορνογραφία, η ομοφυλοφιλία και η άμβλωση, καθώς και διευθύνσεις για βοήθεια και συμβουλές σε σεξουαλικά θέματα. Το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί στη Δανία και στη πορεία και σε άλλες ευρωπαϊκές και μη χώρες. Έπειτα από μία σειρά καταγγελιών και ερευνών που ακολούθησαν κατασχέθηκαν αρκετά αντίγραφα των βιβλίων στις εγκαταστάσεις της εταιρείας. Το δικαστήριο έκρινε ένοχη την εταιρία με την κατηγορία ότι είχε στην κατοχή της άσεμνα βιβλία για δημοσίευση με σκοπό το κέρδος και της επέβαλε τόσο πρόστιμο και όσο και καταβολή των δικαστικών εξόδων (ΕΔΔΑ, 1976, παρ 11).
Το δικαστήριο εξέδωσε επίσης απόφαση κατάσχεσης για την καταστροφή των βιβλίων από την αστυνομία. Η καταδικαστική απόφαση επικυρώθηκε στην έφεση και τα βιβλία που κατασχέθηκαν καταστράφηκαν στη συνέχεια. Μετά την καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου, αφού έγιναν αλλαγές στο κείμενο και αρκετές επίμαχες γραμμές ξαναγράφηκαν ή αφαιρέθηκαν εντελώς (ΕΔΔΑ, 1976, παρ 14).
Στην συνέχεια το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και ότι η καταδίκη της εταιρίας αποτελούσε παρέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία παρεχόταν από τον νόμο για την προστασία των ηθών. Το ζήτημα στην υπόθεση ήταν αν η παρέμβαση ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Πάντως το ΕΔΔΑ στην απόφαση του αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να βρεθεί μία ενιαία Ευρωπαϊκή αντίληψη στο εσωτερικό Δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου κράτους για την προστασία των ηθών. Για το λόγο αυτό, και ερμηνεύοντας το Δικαστήριο ότι το επίθετο αναγκαίο δεν είναι συνώνυμο με τους όρους απαραίτητο ή απολύτως αναγκαίο που απαντώνται σε άλλες διατάξεις της Σύμβασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι σκόπιμο να αφήσει στα κράτη ένα περιθώριο εκτίμησης κατά την αξιολόγηση της πιεστικής κοινωνικής ανάγκης που συνεπάγεται η έννοια της αναγκαιότητας και κατ’ επέκταση της παρέμβασης (ΕΔΔΑ, 1976, παρ 18 & 19).
Η Υπόθεση Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) και Mario Costeja González (C-131/12)
Ο Mario Costeja González, Ισπανός πολίτης, ανακάλυψε ότι όταν κάποιος έψαχνε το όνομά του στο Google, εμφανιζόταν ένας σύνδεσμος προς μια παλιά αγγελία σε ισπανική εφημερίδα, η οποία ανέφερε ότι το σπίτι του θα πωλείτο σε πλειστηριασμό λόγω οφειλών προς την κοινωνική ασφάλιση. Ο González υπέβαλε καταγγελία στην ισπανική αρχή προστασίας δεδομένων (AEPD), ζητώντας να διαγραφεί η σελίδα της εφημερίδας ή να αφαιρεθεί ο σύνδεσμος από τα αποτελέσματα αναζήτησης της Google. Η AEPD απέρριψε το αίτημά του για την εφημερίδα, αλλά έκανε δεκτό το αίτημα κατά της Google Spain SL και Google Inc, διατάσσοντας τη Google να αφαιρέσει τον σύνδεσμο από τα αποτελέσματα αναζήτησης (ΕΔΔΑ, 2012, παρ 14, 15, 16). Η Google προσέφυγε στα ισπανικά δικαστήρια, τα οποία υπέβαλαν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ (ΕΔΔΑ, 2012, παρ 17 & 18).
Η συγκεκριμένη απόφαση του ΕΔΔΑ θεμελίωσε το “δικαίωμα στη λήθη” στην ΕΕ και οδήγησε στην ανάπτυξη μηχανισμών, όπως η φόρμα υποβολής αιτήματος διαγραφής που παρέχει η Google. Τέλος, επηρέασε τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), ο οποίος περιλαμβάνει ρητά το δικαίωμα διαγραφής δεδομένων και (Άρθρο 17).
Συμπεράσματα και Προβληματισμοί
Η παραπληροφόρηση δεν αποτελεί ένα καινούργιο φαινόμενο, καθώς υπήρχε, υπάρχει και θα εξακολουθεί να υπάρχει ανά τους αιώνες. Έχει βαθιά ιστορία και έχει αποτελέσει το εργαλείο για διάφορους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς από πρόσωπα εξουσίας και όχι μόνο. Η μόνη διαφορά που εμφανίζει η εποχή μας, είναι το γεγονός ότι το συγκεκριμένο φαινόμενο έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις και όλα αυτά σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα, ενώ ταυτόχρονα έχει εξελιχθεί τόσο, που συναντάται σε αρκετές μορφές και εκφάνσεις.
Στη διάδοση αυτή έχει συμβάλλει σημαντικά η τεχνολογική ανάπτυξη καθώς και η υπερβολική χρήση των κοινωνικών δικτύων από τους ανθρώπους. Αποτέλεσμα αυτού είναι η πεποίθηση, ότι πλέον το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε ως παγκόσμια κοινότητα είναι ο όσο το δυνατόν περιορισμός του φαινομένου καθώς και η προστασία από αυτό, παρά την εξάλειψή του ως σύνολο. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων, τόσο τα κράτη μεμονωμένα, όσο και η ίδια η Ε.Ε ως κοινότητα έχουν λάβει αρκετά νομοθετικά και μη μέτρα για την αντιμετώπιση, την προστασία, την ευαισθητοποίηση και προπάντων, την αναγνώριση φαινομένων παραπληροφόρησης, τα οποία άλλοτε έχουν φέρει αποτέλεσμα και άλλοτε όχι. Ωστόσο, κάτι που δημιουργεί ένα θετικό αίσθημα είναι το γεγονός ότι οι Εθνικές Κυβερνήσεις και η Διεθνής Κοινότητα εξελίσσονται διαρκώς, με αποτέλεσμα τη δημιουργία όλο και πιο σύγχρονων μεθόδων αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης, εντός αλλά και εκτός των Ευρωπαϊκών συνόρων.
Στον αντίποδα της παραπληροφόρησης, παρουσιάζεται το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση όπως κατοχυρώνεται από πολλά Εθνικά Συντάγματα καθώς και από Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Οι έννοιες αυτές μπορεί να φαίνονται σε αρκετούς από εμάς ως ταυτόσημες, αλλά στην πραγματικότητα είναι αλληλοσυμπληρούμενες, κάνοντας πολλές φορές δύσκολη τη διάκριση των ορίων ανάμεσά τους. Συνεπώς, κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, αρκεί η άποψή του να μην απειλεί σημαντικά το κοινωνικό σύνολο με απώτερο σκοπό την παραπλάνησή του.
Βιβλιογραφία & Πηγές
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 13ης Μαΐου 2014: Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) και Mario Costeja González, διαθέσιμο σε https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:62012CJ0131
Βλαχόπουλος Σπύρος, 2018, Σύνταγμα και όρια του δημόσιου λόγου, διαθέσιμο σε https://www.liberal.gr/apopsi/syntagma-kai-oria-toy-dimosioy-logoy
Δαμαλίτης Άγγελος- Σπήλιος, 2024, ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΤΑ ΨΗΦΙΑΚΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ & Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉ ΈΝΩΣΗ, Διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2025, ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΌΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΕ ΕΙΚΟΝΙΚΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ, διαθέσιμο σε
Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, 2021, Ειδική Έκθεση, Παραπληροφόρηση στην ΕΕ: υπό αντιμετώπιση όχι όμως και υπό απόλυτο έλεγχο
Καλλιακούδη Παρασκευή, 2022, ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ, Διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Καταπολέμηση της παραπληροφόρησης στην ΕΕ: «Καμπανάκι» από το Ευρ. Ελεγκτικό Συνέδριο για το ενωσιακό σχέδιο δράσης, Lawspot, 2021, Επιμέλεια Γεώργιος Π. 81 Κανέλλος, διαθέσιμο σε https://www.lawspot.gr/nomika-nea/katapolemisi-tis-parapliroforisis-stin-ee-kampanaki-apo-eyr-elegktiko-synedrio-gia
Λιαρόπουλος Α. , Ι. Κωνσταντόπουλος & Α. Μποζίνης, 2021, Οι υβριδικές απειλές σε σχέση με την Ελλάδα και οι τρόποι αντιμετώπισής τους, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, διαθέσιμο σε https://www.des.unipi.gr/files/lab-ics/wps/meleti-yvridikes-apeiles.pdf
Παναγοπούλου Παναγιώτα, 2023, ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΩΝ «DEEP FAKES»- ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ, Διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Στυλιανίδου Χριστιάννα, 2017, Καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ το έτος 2017, διαθέσιμο σε https://govwatch.gr/katadikes-tis-elladas-apo-to-edda-gia-paraviasi-toy-arthroy-10-tis-esda-to-etos-2018/
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Ιανουαρίου 2025 σχετικά με την παραπληροφόρηση και την παραχάραξη της ιστορίας από τη Ρωσία για να δικαιολογήσει τον επιθετικό της πόλεμο κατά της Ουκρανίας, διαθέσιμο σε https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TA-10-2025-0006_EL.html
BRITTANY DOYLE, SELF-REGULATION IS NO REGULATION—THE CASE FOR GOVERNMENT OVERSIGHT OF SOCIAL MEDIA PLATFORMS, 2022, διαθέσιμο σε https://mckinneylaw.iu.edu/iiclr/pdf/vol32p97.pdf
CASE OF HANDYSIDE v. THE UNITED KINGDOM, European Court Of Human Rights, 1976, διαθέσιμο σε https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-57499
David M. Markowitz, Timothy R. Levine, Kim B. Serota, Alivia D. Moore, 2023, Crosschecking journalistic fact-checkers: The role of sampling and scaling in Interpreting false and misleading statements, διαθέσιμο σε https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC10368232
MARINE GUILLAUME, 2019, Hybrid CoE Strategic Analysis 16 Combating the Manipulation of information – a French case, διαθέσιμο σε https://www.hybridcoe.fi/wpcontent/uploads/2020/07/HybridCoE_SA_16_manipulation-of-information_.pdf
Mirsky, Y., & Lee, W. (2021). The creation and detection of deepfakes: A survey. ACM computing surveys (CSUR), 54(1), 1-41, διαθέσιμο σε https://dl.acm.org/doi/abs/10.1145/3425780?casa_token=i1pJBkF0_pAAAAAA:WtijynrwPB1XmJFdYrLorupMnkuf4o5yklAV_tSLdew2lwdQmp9VuRraPIVlUDcC-vzDhwzbrz-C
