Δημοκρατία υπό πίεση – Συμπεράσματα συνεδρίου DEMOTRUST
Το κράτος δικαίου από πέντε διαφορετικές οπτικές: την δικαιοσύνη, την ελευθερία του τύπου, τα spywares, τις ευρωπαϊκές πολιτικές και θεσμούς, καθώς επίσης και την οικονομία

Στις 20 και 21 Νοεμβρίου 2025, η DEMOTRUST διοργάνωσε ένα διήμερο συνέδριο για το κράτος δικαίου σε Ελλάδα και Ευρώπη, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Friedrich Ebert, την αιγίδα του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου και του syntagmawatch.gr και την χορηγία επικοινωνίας του ROSA.gr.
Το Κράτος Δικαίου ως στοίχημα της μεταπολίτευσης
Το κράτος δικαίου δεν είναι απλώς μια νομική τεχνική. Είναι ένα ιστορικό και πολιτικό επίτευγμα που διαμορφώθηκε μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις, θεσμικούς αγώνες και αλλαγές στις αντιλήψεις για την εξουσία, ποθ εμφανίζεται ιστορικά ως ο θεμέλιος λίθος της δημοκρατικής οργάνωσης μετά τη Μεταπολίτευση. Δεν νοείται απλώς ως νομικό πλαίσιο, αλλά ως συλλογική πολιτική υπόσχεση ότι η εξουσία θα ασκείται με όρια και κανόνες. Το Σύνταγμα του 1975 αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση από την αυθαιρεσία στη θεσμική εγγύηση, μετατρέποντας την εμπειρία της δικτατορίας σε δέσμευση σεβασμού των δικαιωμάτων και της νομιμότητας, με αποτέλεσμα το κράτος δικαίου να αποκτά εξαρχής έντονη πολιτική διάσταση, συνδεόμενο άμεσα με τη νομιμοποίηση της νέας δημοκρατικής περιόδου.
Σε κοινωνικό επίπεδο, το κράτος δικαίου λειτουργεί ως μηχανισμός εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών. Η κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η ενίσχυση της Δικαιοσύνης δεν αποτελούν μόνο θεσμικές καινοτομίες, αλλά και εγγυήσεις καθημερινής ασφάλειας για τον πολίτη. Ωστόσο, ήδη από τη δεκαετία του ’80, αναδεικνύεται η ένταση ανάμεσα στη λαϊκή κυριαρχία και στα όρια της εξουσίας. Κλασσικό παράδειγμα είναι η κομματικοποίηση της διοίκησης και η σύγχυση μεταξύ κράτους και κόμματος που υπονομεύουν την ουσιαστική λειτουργία του κράτους δικαίου, δημιουργώντας ένα παράδοξο: θεσμική ισχύς στη θεωρία, θεσμική αδυναμία στην πράξη.
Κατά τη δεκαετία του ’90, ο εκσυγχρονισμός και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός ενισχύουν τυπικά το κράτος δικαίου μέσω νέων θεσμών και ανεξάρτητων αρχών, παράλληλα όμως, η πολιτικοοικονομική διαπλοκή και ο ρόλος των ΜΜΕ φθείρουν την κοινωνική εμπιστοσύνη. Το κράτος δικαίου αρχίζει να ταυτίζεται περισσότερο με τη διαδικαστική νομιμότητα παρά με την ουσιαστική δικαιοσύνη, γεγονός που αποδυναμώνει τον κοινωνικό του ρόλο ως εγγύηση ισότητας και λογοδοσίας.
Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 αποτελεί κρίσιμη καμπή στο ιστορικό πλαίσιο της έννοιας. Οι έκτακτες νομοθετικές πρακτικές, οι περιορισμοί κοινωνικών δικαιωμάτων και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας μετατόπισαν το κράτος δικαίου από εγγύηση ελευθεριών σε εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, με το δημοψήφισμα του 2015 να αναδεικνύεται ως κορυφαία στιγμή σύγκρουσης μεταξύ λαϊκής βούλησης και θεσμικών περιορισμών, θέτοντας σε δοκιμασία την αντοχή της δημοκρατικής νομιμότητας.
Τέλος, στη σύγχρονη περίοδο, γεγονότα όπως οι υποκλοπές και μεγάλες διοικητικές αποτυχίες αναδεικνύουν μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, όπου το κράτος δικαίου κινδυνεύει να μετατραπεί από ζωντανή θεσμική πραγματικότητα σε απλή ρητορική επίκληση. Δεν αρκούν οι νόμοι και οι θεσμοί, απαιτείται πολιτική κουλτούρα, παιδεία και ενεργός κοινωνική εγρήγορση, καθώς μόνο έτσι το κράτος δικαίου μπορεί να παραμείνει ουσιαστικό στοιχείο της δημοκρατίας και όχι τυπικό της περίβλημα.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου και του παρόντος άρθρου – που περιλαμβάνει τ
α συμπεράσματα και τα κύρια μηνύματα των εισηγήσεων του συνεδρίου – προσεγγίζουμε το κράτος δικαίου από πέντε διαφορετικές οπτικές: την δικαιοσύνη, την ελευθερία του τύπου, τα spywares, τιςευρωπαϊκές πολιτικές και θεσμούς, καθώς επίσης και την οικονομία και τα καρτέλς.
Δικαιοσύνη – Θεσμική αποδόμηση του κράτους δικαίου και δικαστική ανεξαρτησία
Στο πρώτο πάνελ του συνεδρίου συμμετείχαν ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου και Δικηγόρος, Ξενοφών Κοντιάδης, ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Κωνσταντίνος Χρυσόγονος και ο Πρόεδρος της Ένωσης Ασκούμενων και Νέων Δικηγόρων Θεσσαλονίκης, Γιώργος Παπαγεωργίου. Στις εισηγήσεις τους και οι τρεις ομιλητές ανέδειξαν ότι η κρίση της Δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ή διοικητικό ζήτημα, αλλά κεντρικό δημοκρατικό πρόβλημα. Μέσα από διαφορετικές οπτικές, κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα ότι η υποχώρηση του κράτους δικαίου διαβρώνει σταδιακά τη δημοκρατία, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών και τη θεσμική ανθεκτικότητα της χώρας.
Πιο συγκεκριμένα ο κ. Κοντιάδης υποστήριξε ότι το κράτος δικαίου στην Ελλάδα βρίσκεται σε φάση σοβαρής θεσμικής αποδόμησης. Τόνισε ότι η κρίση δεν αφορά μεμονωμένες αστοχίες, αλλά έχει συστημικά χαρακτηριστικά, καθώς η πολιτική εξουσία εμφανίζεται να παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη ή να επηρεάζει τη λειτουργία της, ιδίως σε υποθέσεις υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος όπως οι υποκλοπές και η τραγωδία των Τεμπών. Ο κ. Κοντιάδης επισήμανε ότι οι αντιφάσεις, οι καθυστερήσεις και η έλλειψη θεσμικής αυτοσυνειδησίας σε κρίσιμους χειρισμούς οδηγούν σε κατάρρευση της αξιοπιστίας των θεσμών και διαμορφώνουν ένα περιβάλλον γενικευμένης δυσπιστίας των πολιτών απέναντι στη Δικαιοσύνη, ενώ κατά την άποψή του, όταν η διάκριση των εξουσιών υπονομεύεται στην πράξη και η πολιτική εξουσία δεν αυτοπεριοριζεται, η δημοκρατία διατηρεί μεν τον τυπικό της χαρακτήρα, αλλά αποδυναμώνεται ουσιαστικά.
Ο κ. Χρυσόγονος προσέγγισε το ζήτημα από τη σκοπιά της συνταγματικής θεωρίας και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ανέφερε ότι η Ελλάδα διαθέτει διαχρονικά ισχυρές συνταγματικές εγγυήσεις για το κράτος δικαίου, οι οποίες όμως συχνά παραμένουν ανεφάρμοστες ή εφαρμόζονται πλημμελώς. Ο κ. Χρυσόγονος ανέλυσε τη δικαστική ανεξαρτησία ως λειτουργική και προσωπική, αλλά και ως εσωτερική και εξωτερική, τονίζοντας ότι οι απειλές δεν προέρχονται μόνο από την πολιτική εξουσία, αλλά και από ιεραρχικές πιέσεις εντός του ίδιου του δικαστικού σώματος. Υπογράμμισε μάλιστα ότι καμία θεσμική θωράκιση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς δικαστικό ήθος, επαγγελματική συνείδηση και θάρρος γνώμης και κατέληξε ότι η αποδυνάμωση της δικαστικής ανεξαρτησίας συνιστά άμεσο πλήγμα στη δημοκρατία, καθώς χωρίς ανεξάρτητη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος της εξουσίας.
Ο κ. Παπαγεωργίου, από την πλευρά του, προσέγγισε το κράτος δικαίου μέσα από την εμπειρία του δικηγόρου και ιδίως του νέου νομικού, περιγράφοντας το ως ένα «συμβόλαιο εμπιστοσύνης» ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος, το οποίο τα τελευταία χρόνια είχε υποστεί σοβαρές ρωγμές. Υποστήριξε ότι η εμπιστοσύνη διαβρώνεται όταν η Δικαιοσύνη καθυστερεί, όταν δεν είναι προσβάσιμη στους πιο αδύναμους και όταν μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικών συγκρούσεων. Τόνισε ότι οι νέοι δικηγόροι βιώνουν άμεσα αυτή την κρίση, μέσα από επισφαλείς εργασιακές συνθήκες, χαμηλές αμοιβές και έλλειψη θεσμικής στήριξης, γεγονός που υπονομεύει τον ρόλο τους ως συλλειτουργών της Δικαιοσύνης. Ο κ. Παπαγεωργίου επισήμανε ότι δεν μπορεί να υπάρξει κράτος δικαίου χωρίς δικηγόρους που να μπορούν να επιτελέσουν τον ρόλο τους με αξιοπρέπεια και ασφάλεια, καταλήγοντας ότι η θεσμική φθορά μεταφέρεται ιδίως στη νεότερη γενιά, απειλώντας τη δημοκρατία με αργή αλλά βαθιά απονομιμοποίηση.
Ελευθερία του Τύπου – Ανεξάρτητη δημοσιογραφία σε κλοιό συμφερόντων
Ακολούθησε ένα πάνελ με αμιγώς δημοσιογραφικό χαρακτήρα, το οποίο άνοιξε τη συζήτηση γύρω από την κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, μέσα από βιωματικές τοποθετήσεις και συγκεκριμένα παραδείγματα από την καθημερινή δημοσιογραφική πρακτική. Στο πάνελ συμμετείχαν ο Πέτρος Κατσάκος, Διευθυντής της ιστοσελίδας ROSA.gr, ο Σταύρος Μαλιχούδης, αρχισυντάκτης του ανεξάρτητου μέσου «We Are Solomon», και ο Θοδωρής Χονδρόγιαννος, δημοσιογράφος του ανεξάρτητου μέσου «Reporters United», οι οποίοι ανέδειξαν τις δυσκολίες αλλά και τη σημασία της ανεξάρτητης ενημέρωσης στο σύγχρονο μιντιακό περιβάλλον.

Οι δημοσιογράφοι τοποθετήθηκαν πάνω σε ένα κρίσιμο ζήτημα: πώς μπορεί να προστατευθεί στην πράξη η ανεξαρτησία της ενημέρωσης, όταν σημαντικό τμήμα των ΜΜΕ ελέγχεται από ισχυρά οικονομικά, πολιτικά ή αθλητικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Από τη συζήτηση προέκυψε ότι η ευθύνη είναι συλλογική: το κράτος καλείται να διαμορφώνει και να εφαρμόζει ξεκάθαρους θεσμικούς κανόνες, οι δημοσιογράφοι να τηρούν απαρέγκλιτα τις αρχές της δεοντολογίας, ενώ και το κοινό οφείλει να διεκδικεί διαφάνεια και να στηρίζει έμπρακτα την ανεξάρτητη και αξιόπιστη δημοσιογραφία.
Ειδικότερα, ο κ. Κατσάκος υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη οικοδόμησης ενός κράτους που θα θωρακίζει θεσμικά την ανεξαρτησία των Μέσων Ενημέρωσης, επισημαίνοντας παράλληλα το αυξημένο ηθικό βάρος που φέρουν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι. Ξεκαθάρισε ότι η ουδέτερη ενημέρωση δεν είναι εφικτή, τονίζοντας πως η δημοσιογραφία οφείλει να υπηρετεί τις ανάγκες και τα δικαιώματα του πολίτη. Αναφερόμενος στο οικονομικό μοντέλο των ΜΜΕ, το χαρακτήρισε δυστοπικό, εξηγώντας ότι η οικονομική εξουσία λειτουργεί ως ο πραγματικός «εργοδότης» της ενημέρωσης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, στην επαγγελματική του πορεία υπήρξαν ρεπορτάζ που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, παραμένοντας στη σφαίρα της ιδέας, λόγω πιέσεων και περιορισμών. Επισήμανε ακόμη ότι πολυεθνικές εταιρείες, επιχειρηματικοί όμιλοι και οικονομικές ελίτ ασκούν καθοριστική επιρροή τόσο στον χώρο της ενημέρωσης όσο και σε άλλους τομείς, όπως ο αθλητισμός.
Με μια διαδραστική παρουσίαση, ο Σταύρος Μαλιχούδης, αναφέρθηκε στην έρευνα “Who owns the media” («Σε ποιον ανήκουν τα ΜΜΕ»), η οποία ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2022. Όπως εξήγησε, στόχος της έρευνας ήταν η διερεύνηση δύο βασικών ερωτημάτων: ποιοι είναι οι κορυφαίοι επιχειρηματίες που ελέγχουν τα Μέσα Ενημέρωσης από τα οποία ενημερώνεται το κοινό και πόσα γνωρίζουμε στην πραγματικότητα για το εύρος των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Στη συνέχεια, τόνισε ότι το «We Are Solomon» συνεργάζεται κυρίως με ξένα μέσα ενημέρωσης, αν και, όπως σημείωσε, θα επιθυμούσε να υπάρχει ουσιαστική συνεργασία και με μεγάλα ελληνικά ΜΜΕ. Περιέγραψε ακόμη το γνωστό «τρίπτυχο της εξουσίας» (ποδοσφαιρική ομάδα, ναυτιλία και μέσα ενημέρωσης) επισημαίνοντας ότι πρόκειται για «αθόρυβους ολιγάρχες», οι οποίοι δεν αποκομίζουν απαραίτητα οικονομικά οφέλη από τα ΜΜΕ, αλλά τα αξιοποιούν ως εργαλεία επιρροής.
Ο κ. Μαλιχούδης αναφέρθηκε επίσης στις κρατικές επιχορηγήσεις προς κανάλια εθνικής εμβέλειας, υπογραμμίζοντας ότι το υπάρχον πλαίσιο ενισχύει φαινόμενα εξάρτησης και πίεσης. Παράλληλα, επεσήμανε πως οι δημοσιογράφοι συχνά οδηγούνται σε αυτολογοκρισία, υπό τον φόβο σύγκρουσης με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό ρεπορτάζ για κρίσιμους τομείς, όπως η ναυτιλία, οι τηλεπικοινωνίες, οι κατασκευαστικές εταιρείες και η ενέργεια. Κλείνοντας, σημείωσε ότι τα ανεξάρτητα μέσα επιβιώνουν μέσα από τη συνεχή επανεπένδυση των περιορισμένων πόρων τους, στηριζόμενα κυρίως στη δική τους δουλειά και στην εμπιστοσύνη του κοινού, χωρίς την οικονομική ασφάλεια που απολαμβάνουν τα μη ανεξάρτητα ΜΜΕ.
Ο Θοδωρής Χονδρόγιαννος παρουσίασε συνοπτικά αλλά τεκμηριωμένα την υπόθεση των υποκλοπών, η οποία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2021 και παραμένει ανοιχτή έως σήμερα. Αναφέρθηκε στο χρονικό της υπόθεσης, στις δικαστικές εξελίξεις, στις εισαγγελικές παρεμβάσεις και στις αποκαλύψεις γύρω από τις παρακολουθήσεις μέσω του λογισμικού Predator, αλλά και στον ρόλο της ΕΥΠ. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις αγωγές που έχει καταθέσει ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ανιψιός του πρωθυπουργού, εναντίον δημοσιογράφων και ανεξάρτητων μέσων, καθώς και στις επανειλημμένες προσπάθειες συγκάλυψης της υπόθεσης, όπως τόνισε. Υπογράμμισε ότι μέσα από αυτές τις πρακτικές οι δημοσιογράφοι και τα ανεξάρτητα μέσα οδηγούνται στο εδώλιο της Δικαιοσύνης μέσω αγωγών τύπου SLAPPs, με στόχο την οικονομική και ηθική τους εξόντωση. Κλείνοντας, επισήμανε το παράδοξο της υπόθεσης, ενώ η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε ένα μείζον σκάνδαλο παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, εκείνοι που καλούνται να λογοδοτήσουν είναι οι δημοσιογράφοι, την ώρα που οι πραγματικοί υπεύθυνοι των υποκλοπών παραμένουν, μέχρι σήμερα, ουσιαστικά στο απυρόβλητο.
Spywares – Όταν η τεχνολογία δοκιμάζει τα όρια του κράτους δικαίου
Το τρίτο πάνελ ανέδειξε με σαφήνεια ότι οι σύγχρονες πρακτικές ψηφιακής παρακολούθησης και ιδίως η χρήση spywares συνιστούν μία από τις σοβαρότερες απειλές για το κράτος δικαίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα και τη δημοκρατική λειτουργία. Οι παρεμβάσεις των ομιλητών, από νομική, θεσμική και βιωματική σκοπιά, κατέδειξαν ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο, αλλά συστημικό.
Η Μελίνα Σκόνδρα, δικηγόρος και εκπρόσωπος της Homo Digitalis, ανέλυσε τους σύγχρονους μηχανισμούς κρατικής παρακολούθησης, δίνοντας έμφαση στη σύγχυση και τις αντιφάσεις του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Τόνισε ότι, παρά την ύπαρξη εθνικών και ευρωπαϊκών ρυθμίσεων (ΓΚΠΔ, νομοθεσία για τις κάμερες, επερχόμενο AI Act), παρατηρείται μια διαρκής διεύρυνση της επιτήρησης χωρίς επαρκή τεκμηρίωση αναγκαιότητας και αναλογικότητας και επισήμανε ότι η ασάφεια ως προς τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, οι εξαιρέσεις για λόγους «εθνικής ασφάλειας» και η ελλιπής εποπτεία δημιουργούν ένα καθεστώς ανασφάλειας δικαίου, το οποίο πλήττει ευθέως την ιδιωτικότητα, την προστασία προσωπικών δεδομένων, την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Παράλληλα, υπογράμμισε τον κίνδυνο chilling effect στην κοινωνική και πολιτική ζωή, όταν η επιτήρηση γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό της καθημερινότητας.

Ο Θανάσης Κουκάκης, δημοσιογράφος και θύμα παρακολούθησης, μετέφερε τη βιωματική διάσταση του ζητήματος, περιγράφοντας τις προσωπικές και επαγγελματικές συνέπειες της χρήσης spyware. Μέσα από την εμπειρία του, ανέδειξε ότι οι παρακολουθήσεις δεν πλήττουν μόνο το άτομο που στοχοποιείται, αλλά λειτουργούν αποτρεπτικά για την ερευνητική δημοσιογραφία συνολικά, τονίζοντας ότι όταν δημοσιογράφοι παρακολουθούνται, υπονομεύεται η προστασία των πηγών, η ελευθερία του Τύπου και τελικά το δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση. Η περίπτωση των υποκλοπών, όπως σημείωσε, αποκάλυψε σοβαρά ελλείμματα διαφάνειας και λογοδοσίας, καθώς και την αδυναμία των θεσμών να προστατεύσουν αποτελεσματικά όσους ασκούν δημοκρατικό έλεγχο στην εξουσία.
Η Μαρία Αλεξανδρή, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, προσέγγισε το θέμα από τη σκοπιά του συνταγματικού και ευρωπαϊκού δικαίου, αναδεικνύοντας το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα ως θεμέλιο του κράτους δικαίου. Ανέλυσε τις τεχνικές δυνατότητες των σύγχρονων spywares (zero-click επιθέσεις, πλήρης πρόσβαση σε συσκευές, καταγραφή επικοινωνιών και δραστηριότητας) και επισήμανε ότι οι τεχνολογίες αυτές καθιστούν ανεπαρκείς τις παραδοσιακές εγγυήσεις προστασίας, όταν δεν συνοδεύονται από αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Predatorgate, το οποίο –όπως υποστήριξε– απέδειξε ότι η τεχνολογία μπορεί να παρακάμψει στην πράξη το Σύνταγμα, εφόσον απουσιάζει ουσιαστική λογοδοσία, ενώ, παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, καθώς και των ευρωπαϊκών εκθέσεων (PEGA, FRA), ως κρίσιμων εργαλείων για την υπεράσπιση ενός «ψηφιακού κράτους δικαίου».
Συνολικά, το πάνελ κατέληξε στο κοινό συμπέρασμα ότι οι παρακολουθήσεις μέσω spywares δεν αποτελούν μια ουδέτερη τεχνολογική εξέλιξη, αλλά βαθιά πολιτικό και θεσμικό ζήτημα. Η ανεξέλεγκτη χρήση τους υπονομεύει θεμελιώδη δικαιώματα, διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και απειλεί την ίδια τη δημοκρατική ισορροπία.
Ευρωπαϊκή Εμπειρία – Ευρωπαϊκές εγγυήσεις και εθνικά ελλείμματα
Στο πάνελ «Η ευρωπαϊκή εμπειρία και η ελληνική πραγματικότητα» εξετάστηκε το ζήτημα του κράτους δικαίου μέσα από τη σύγκριση του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου με τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Οι τρεις ομιλητές προσέγγισαν το θέμα από διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές οπτικές, αναδεικνύοντας τόσο τις θεσμικές εγγυήσεις όσο και τα σημεία θεσμικής υστέρησης.
Ο Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, εστίασε στις συνταγματικές και θεσμικές βάσεις του κράτους δικαίου. Ανέλυσε τη σημασία της διάκρισης των εξουσιών, της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της υπεροχής του νόμου ως βασικών εγγυήσεων της δημοκρατικής λειτουργίας, επισημαίνοντας ότι οι σταδιακές αποκλίσεις από τις αρχές αυτές, ακόμη και όταν δεν λαμβάνουν τη μορφή ανοιχτών θεσμικών ρήξεων, διαβρώνουν τον πυρήνα του κράτους δικαίου και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Ο Ιωσήφ Κτενίδης, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επικεντρώθηκε στους μηχανισμούς προστασίας του κράτους δικαίου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναλύοντας τον ρόλο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των ετήσιων εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των μηχανισμών αιρεσιμότητας, τονίζοντας τόσο τις δυνατότητες όσο και τα όρια της ευρωπαϊκής παρέμβασης σε περιπτώσεις συστηματικών παραβιάσεων. Υπογράμμισε ότι η αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών εργαλείων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική βούληση και τη θεσμική κουλτούρα των κρατών-μελών.
Ο Θανάσης Γλαβίνας, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, ανέλυσε τη σημερινή κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας σοβαρά ελλείμματα εφαρμογής των θεμελιωδών του αρχών, εστιάζοντας στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και στη διαρκή υποχώρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών, αναφερόμενος σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος που έχουν εντείνει τη θεσμική αμφισβήτηση. Παράλληλα, ανέδειξε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των ΜΜΕ, την καρτελοποίηση της οικονομίας και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας ότι η συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, η αδιαφάνεια και οι περιορισμοί θεμελιωδών ελευθεριών υπονομεύουν τον πυρήνα του κράτους δικαίου στη χώρα. Η συζήτηση κατέδειξε ότι, παρά την ύπαρξη θεσμικών εγγυήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ουσιαστική κατοχύρωση του κράτους δικαίου προϋποθέτει συνεχή επαγρύπνηση, θεσμική λογοδοσία και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Η ευρωπαϊκή εμπειρία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, αλλά και ως υπενθύμιση ότι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου δεν είναι δεδομένα, αλλά διαρκώς διεκδικούμενα.
Κράτος δικαίου, μονοπώλια και καρτέλ – Αγορά χωρίς κανόνες, θεσμοί χωρίς δύναμη
Στο τελευταίο πάνελ συμμετείχαν τρεις ομιλητές, οι οποίοι προσέγγισαν το ζήτημα των μονοπωλίων και της καρτελοποίησης της ελληνικής οικονομίας από διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές οπτικές, αναδεικνύοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των αγορών, αλλά συνδέεται άρρηκτα με τη θεσμική ποιότητα της δημοκρατίας και τη λειτουργία του κράτους δικαίου.
Ο Κοσμάς Μαρινάκης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης και δημιουργός του καναλιού οικονομικής γνώσης “Greekonomics”, επικεντρώθηκε στο εκτεταμένο και διαχρονικό φαινόμενο της καρτελοποίησης της ελληνικής οικονομίας. Ανέδειξε τις πολιτικές και θεσμικές του προεκτάσεις, υποστηρίζοντας ότι η περιορισμένη ανταγωνιστικότητα δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα στρεβλώσεων της αγοράς, αλλά προϊόν στενών διασυνδέσεων οικονομικών συμφερόντων με το πολιτικό σύστημα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο λεγόμενο «τρίγωνο της διαπλοκής» μεταξύ μέσων ενημέρωσης, τραπεζών και πολιτικού προσωπικού, το οποίο –όπως υποστήριξε– αναπαράγει σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης, περιορίζει τον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας και υπονομεύει τόσο τον υγιή ανταγωνισμό όσο και τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η καρτελοποίηση λειτουργεί ως αόρατος μηχανισμός αναδιανομής ισχύος και πόρων υπέρ λίγων, εις βάρος των καταναλωτών, των μικρότερων επιχειρήσεων και τελικά της ίδιας της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, προσέγγισε το ζήτημα από μια πιο δομική και θεωρητική σκοπιά, εστιάζοντας στα εγγενή χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος που οδηγούν συστηματικά στη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, τονίζοντας ότι οι μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές δομές δεν αποτελούν παρεκκλίσεις, αλλά επαναλαμβανόμενο αποτέλεσμα της λειτουργίας των αγορών όταν απουσιάζει αποτελεσματικός δημόσιος σχεδιασμός και ρυθμιστικός έλεγχος. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη ύπαρξης ενός συνεκτικού, μακροπρόθεσμου και κοινωνικά προσανατολισμένου αναπτυξιακού σχεδίου, προσαρμοσμένου στις πραγματικές δυνατότητες και ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Όπως επισήμανε, χωρίς σαφή στρατηγική και ενεργό ρόλο του κράτους, οι ανισότητες διευρύνονται και η οικονομική συγκέντρωση μετατρέπεται σε μόνιμο εμπόδιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Ο Παναγιώτης Κορκολής, διευθυντής του ENA – Institute for Alternative Policies και του Παρατηρητηρίου του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», εστίασε στη διάσταση της δημόσιας πολιτικής και του θεσμικού σχεδιασμού, και υπογράμμισε ότι η αντιμετώπιση των μονοπωλίων και της καρτελοποίησης προϋποθέτει μια σαφή, σταθερή και μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης, η οποία δεν θα αλλάζει αποσπασματικά με κάθε κυβερνητικό κύκλο. Αντλώντας από την εμπειρία του ως Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ στο Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης (2015–2019), καθώς και ως συντονιστής της συνεργασίας της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, τόνισε τη σημασία της θεσμικής συνέχειας, του σχεδιασμού και της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων με όρους διαφάνειας και κοινωνικής ανταποδοτικότητας. Όπως ανέφερε, χωρίς ισχυρούς θεσμούς, λογοδοσία και σαφείς προτεραιότητες, ακόμη και σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία κινδυνεύουν να ενισχύσουν υφιστάμενες ανισορροπίες αντί να τις διορθώσουν.
Συμπεράσματα
Τα μονοπώλια και τα καρτέλ, λοιπόν, δεν αποτελούν μόνο οικονομικό πρόβλημα, αλλά βαθύ θεσμικό ζήτημα. Η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, η διαπλοκή και η απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού αποδυναμώνουν το κράτος δικαίου, περιορίζουν τον δημοκρατικό έλεγχο και υπονομεύουν τις προοπτικές μιας δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Συνεπώς… Το κράτος δικαίου σε Ελλάδα και Ευρώπη βρίσκεται σε φάση ουσιαστικής φθοράς, όχι λόγω έλλειψης θεσμικού πλαισίου, αλλά εξαιτίας της συστηματικής αποδυνάμωσης της εφαρμογής του και της διάρρηξης της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών. Η πολιτική πίεση στη Δικαιοσύνη, η υποχώρηση της ελευθερίας του Τύπου, οι πρακτικές μαζικής και στοχευμένης παρακολούθησης, καθώς και η αδυναμία ουσιαστικής λογοδοσίας, συγκροτούν ένα περιβάλλον όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν τυπικά, αλλά συχνά αδυνατούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα θεμελιώδη δικαιώματα και τον έλεγχο της εξουσίας.
Παράλληλα, το συνέδριο ανέδειξε ότι η κρίση του κράτους δικαίου συνδέεται άρρηκτα με οικονομικές και κοινωνικές ανισορροπίες, όπως η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, η καρτελοποίηση της αγοράς και η διαπλοκή πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, που υπονομεύουν τη δημοκρατική λογοδοσία. Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει σημαντικές θεσμικές εγγυήσεις, οι οποίες όμως παραμένουν ανεπαρκείς χωρίς εθνική πολιτική βούληση, θεσμική αυτοσυνειδησία και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Το τελικό μήνυμα του συνεδρίου είναι ότι το κράτος δικαίου δεν είναι δεδομένο ούτε αυτονόητο, αλλά ένα διαρκές πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα που απαιτεί εγρήγορση, παιδεία και συλλογική δράση για να παραμείνει ζωντανό και ουσιαστικό
Ποιά είναι η DEMOTRUST
Η DEMOTRUST είναι ένας ανεξάρτητος, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που δραστηριοποιείται στον χώρο της δημοκρατικής και θεσμικής ανθεκτικότητας, της πολιτικής παιδείας και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μέσα από έρευνες, εκπαιδευτικά προγράμματα και δημόσιες παρεμβάσεις, η DEMOTRUST επιδιώκει να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ενεργού, ενημερωμένου και συμμετοχικού δημοκρατικού πολιτισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Για την DEMOTRUST κράτος δικαίου σημαίνει κράτος ηθικής, κράτος για όλους και όλες. Αυτή η τοποθέτηση του οργανισμού μας είναι εμφανής στην στρατηγική δόμησης της εκδήλωσης, υποδεικνύοντας την πολυπλοκότητα και η πολυθεματικότητα της έννοιας του κράτους δικαίου.
Συγγραφική ομάδα:
● Φώτης Κυζάκης
● Αλέξανδρος Πουλάκης
● Εύα Ζήση
● Ελευθερία Μαρμαρά
